Skip to main content

Η ενεργειακή φτώχεια στη Μεσόγειο: Παρακολούθηση της πολιτικής προόδου και προκλήσεις εφαρμογής

Banner for a BUILD UP technical article showing a Mediterranean neighbourhood with old and renovated buildings, solar panels, warm-lit windows and residents seen from behind, symbolising energy poverty and the green transition.
Technical Article
European Countries,
Greece,
France,
Italy,
Cyprus,
Malta,
Portugal

Η ενεργειακή φτώχεια στη Μεσόγειο: Παρακολούθηση της πολιτικής προόδου και προκλήσεις εφαρμογής

Πώς μπορούν οι χώρες της Μεσογείου να μετατρέψουν την ενεργειακή φτώχεια σε μοχλό κοινωνικής δικαιοσύνης και πράσινης μετάβασης μέσα από στοχευμένες πολιτικές και καινοτόμες πρακτικές;

Editorial Team

Συγγραφείς

Σοφία-Ναταλία Μποέμη
Ερευνητικός Συνεργάτης
Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών Ενεργειακών και Κλιματικών Πολιτικών (IEECP)

Πάρις Α. Φωκαΐδης
Καθηγητής
Πανεπιστήμιο Frederick, Κύπρος

(Note: Opinions in the articles are of the authors only and do not necessarily reflect the opinion of the European Union)


Εισαγωγή

Η ενεργειακή φτώχεια έχει αναδειχθεί ως ένα από τα πιο κρίσιμα κοινωνικά και ενεργειακά ζητήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στις χώρες της Μεσογείου. Ο όρος αναφέρεται στην αδυναμία των νοικοκυριών να εξασφαλίσουν επαρκή θέρμανση, ψύξη, φωτισμό και ηλεκτρική ενέργεια σε προσιτές τιμές, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία και η αξιοπρέπεια τους. Οι συνέπειες της ενεργειακής φτώχειας δεν περιορίζονται μόνο στην καθημερινότητα των πολιτών, αλλά επεκτείνονται στην κοινωνική συνοχή, στη δημόσια υγεία και στην ίδια τη βιωσιμότητα της ενεργειακής μετάβασης.

Τα τελευταία χρόνια, η ΕΕ έχει εντάξει την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας στο επίκεντρο της ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής της. Η Αναθεωρημένη Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση (ΕΕ/2023/1791), η Αναθεωρημένη Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων (ΕΕ/2024/1275) και η Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ/2023/2407) επισημαίνουν την ανάγκη για ενσωμάτωση κοινωνικών κριτηρίων και δεικτών ενεργειακής φτώχειας στα εθνικά σχέδια δράσης και στα προγράμματα ανακαίνισης. Μέσα από αυτά τα νομοθετικά ορόσημα, η ΕΕ στοχεύει να διασφαλίσει ότι η ενεργειακή μετάβαση θα είναι δίκαιη, συμπεριληπτική και κοινωνικά ισότιμη.

Στις χώρες της Μεσογείου —όπως η Κύπρος, η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία— η ενεργειακή φτώχεια λαμβάνει ιδιαίτερες διαστάσεις. Οι υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού, η παλαιότητα και η χαμηλή ενεργειακή απόδοση του κτιριακού αποθέματος, καθώς και οι οικονομικές ανισότητες, καθιστούν τη διαχείριση της κατάστασης ιδιαίτερα σύνθετη. Παράλληλα, η μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας και η απαλλαγή από τα ορυκτά καύσιμα δημιουργούν νέες προκλήσεις, αλλά και ευκαιρίες για αναδιαμόρφωση των εθνικών πολιτικών και της κοινωνικής υποστήριξης.

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να εξετάσει την πρόοδο που έχει σημειωθεί σε επίπεδο πολιτικής για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας στις μεσογειακές χώρες, να αναδείξει τις καλές πρακτικές, και να εντοπίσει τα υφιστάμενα κενά εφαρμογής και παρακολούθησης. Μέσα από συγκριτικά παραδείγματα και πολιτικές ανάλυσης, επιχειρείται να αναδειχθούν τρόποι προς μια ανθεκτική και δίκαιη ενεργειακή μετάβαση στη Μεσόγειο.

 

Το Ευρωπαϊκό Θεσμικό Πλαίσιο για την Ενεργειακή Φτώχεια

Η αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας δεν αποτελεί νέο πεδίο πολιτικής για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά τα τελευταία έτη έχει αναβαθμιστεί θεσμικά και πολιτικά. Ήδη από την Οδηγία 2012/27/ΕΕ για την Ενεργειακή Απόδοση, η ΕΕ ενθάρρυνε τα κράτη-μέλη να λαμβάνουν υπόψη την ενεργειακή φτώχεια κατά τον σχεδιασμό των εθνικών μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας. Ωστόσο, η απουσία σαφούς ορισμού και κοινών δεικτών δυσχέρανε την εφαρμογή συνεκτικών πολιτικών.

Η Αναθεωρημένη Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση (ΕΕ/2023/1791) έθεσε για πρώτη φορά συγκεκριμένες υποχρεώσεις στα κράτη-μέλη να εντοπίζουν, παρακολουθούν και αναφέρουν τα επίπεδα ενεργειακής φτώχειας, καθώς και να ενσωματώνουν μέτρα αντιμετώπισής της στα Εθνικά Σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ). Παράλληλα, η αναθεωρημένη Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων (ΕΕ/2024/1275) αναδεικνύει τη σύνδεση μεταξύ ανακαίνισης κτιρίων και κοινωνικής δικαιοσύνης, προβλέποντας ότι οι εθνικές στρατηγικές ανακαίνισης θα πρέπει να εστιάζουν στα ευάλωτα νοικοκυριά και στα κοινωνικά κτίρια.

Η μεταρρύθμιση για τη διαμόρφωση της αγοράς ενέργειας του 2024 και η αναθεωρημένη νομοθεσία για την αγορά φυσικού αερίου ενισχύει τα δικαιώματα για την προστασία των καταναλωτών. Μεταξύ άλλων μέτρων, το νομοθετικό αυτό στοχεύει στο να βοηθήσει στη καλύτερη πρόσβαση της πληροφορίας στους λογαριασμούς ενέργειας, στην ενίσχυση των δικαιωμάτων, κυρίως στο δικαίωμα της μη αποσύνδεσης από το φυσικό αέριο για τους ευάλωτες καταναλωτές. Επιπλέον, τόσο για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας όσο και για την αγορά φυσικού αερίου, σε περίπτωση κρίσης των τιμών του φυσικού αερίου, τα κράτη μέλη  θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι αυτές οι κατηγορίες καταναλωτών έχουν πρόσβαση σε προσιτή ενέργεια και βασικές κοινωνικές υπηρεσίες, μεταξύ άλλων μέσω παρεμβάσεων στον καθορισμό των τιμών, προκειμένου να τους προστατεύσουν από υπερβολικά υψηλές τιμές. 

Επιπλέον, ιδιαίτερα σημαντική είναι και η Σύσταση της Επιτροπής για την ενεργειακή φτώχεια (ΕΕ/2023/2407),  οποία εισάγει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο δεικτών για την αξιολόγηση της ενεργειακής φτώχειας, βασισμένο σε τέσσερις πυλώνες: ενεργειακή προσιτότητα, ενεργειακή αποδοτικότητα, υγειονομικές επιπτώσεις και κοινωνική συμμετοχή. Η σύσταση καλεί τα κράτη-μέλη να αναπτύξουν πολυδιάστατους δείκτες, πέραν της παραδοσιακής μέτρησης με βάση το ποσοστό εισοδήματος που δαπανάται για ενέργεια, ενθαρρύνοντας τη χρήση δεδομένων για την εσωτερική θερμοκρασία, τις διακοπές ρεύματος, αλλά και την ψυχολογική πίεση των νοικοκυριών.

Παράλληλα, μέσα από το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα, που συστάθηκε στο πλαίσιο του πακέτου Fit for 55, η ΕΕ εξασφαλίζει χρηματοδότηση για δράσεις που αποσκοπούν στη στήριξη των νοικοκυριών που πλήττονται περισσότερο από την ενεργειακή κρίση και την αύξηση των τιμών καυσίμων κυρίως μετά την είσοδο του τομέα των κτιρίων και των μεταφορών στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ). Στο πλαίσιο αυτό, οι εθνικές κυβερνήσεις, που έχουν συμφωνήσει τη συμμετοχή τους στο Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, έχουν ήδη υποβάλλει Σχέδια Κοινωνικού Κλίματος, που περιγράφονται τα προτεινόμενα μέτρα που θα εφαρμοστούν για την ανακούφιση των ευάλωτων ομάδων, την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και την ενίσχυση της ενεργειακής αυτονομίας.

Συνολικά, το ευρωπαϊκό πλαίσιο αναδεικνύει τη μετάβαση από μια τεχνικοοικονομική προσέγγιση της ενεργειακής φτώχειας σε μια κοινωνικοπολιτική προσέγγιση που συνδέει την ενεργειακή απόδοση με την κοινωνική ευημερία. Η επιτυχία, ωστόσο, εξαρτάται από το πώς οι εθνικές αρχές θα προσαρμόσουν τις κατευθυντήριες γραμμές στις τοπικές ιδιαιτερότητες — και ειδικότερα στις μεσογειακές κοινωνίες, όπου οι εκτεταμένες ανάγκες σε ψύξη κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, η ανεπαρκής δόμηση ως προς την ενεργειακή απόδοση και οι κλιματικές ανισότητες απαιτούν πιο σύνθετες πολιτικές λύσεις.

 

Η Μεσογειακή Διάσταση της Ενεργειακής Φτώχειας

Η περιοχή της Μεσογείου συνιστά ένα ιδιαίτερο ενεργειακό και κοινωνικοοικονομικό οικοσύστημα. Οι μεσογειακές χώρες, αν και μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά όπως η αυξημένη ηλιακή ακτινοβολία, οι ήπιοι χειμώνες και τα θερμά καλοκαίρια, παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις σε επίπεδο εισοδημάτων, ενεργειακών αγορών και επιπέδων κοινωνικής προστασίας. Αυτές οι διαφοροποιήσεις επηρεάζουν καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται και αντιμετωπίζεται η ενεργειακή φτώχεια.

Ειδικότερα, για τις μεσογειακές χώρες η ενεργειακή φτώχεια έχει διαμορφωθεί από χαρακτηριστικά όπως η χαμηλή ενεργειακή αποδοτικότητα των κτιρίων, το υψηλό κόστος της ενέργεια στα νοικοκυριά, η ενεργειακή εξάρτηση, η υψηλή εισοδηματική ανισότητα και οι παρόμοιες γεωγραφικές ιδιαιτερότητες. Πάνω από το 70% των κτιρίων κατασκευάστηκαν πριν από την εφαρμογή ελάχιστων απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης, ενώ μεγάλο μέρος των κτηριακού αποθέματος στερείται βασικών στοιχείων όπως διπλά τζάμια, μόνωση οροφής ή επαρκή αερισμό. Η ενεργειακή κατανάλωση στα νοικοκυριά επηρεάζεται επομένως έντονα από τα κτηριοδομικά χαρακτηριστικά, τα οποία συχνά επιδεινώνουν τις ανισότητες μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών.

Στις μεσογειακές χώρες, όπως η Κύπρος, η Γαλλία, η Ελλάδα, η Ιταλία, η Μάλτα, η Ισπανία και η Πορτογαλία, μπορούν γενικά να θεωρηθούν ως πιο “φτωχές“ χώρες ως προς την οικονομική ευημερία στην Ευρώπη. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι οι μεσογειακές χώρες είναι αυτές που επλήγησαν πιο σοβαρά από την οικονομική κρίση, έχοντας την Ελλάδα ως νικητή. Αυτή η καθυστέρηση στην επίτευξη υψηλών μέσων εισοδηματικών επιπέδων, σε συνδυασμό με το ήπιο κλίμα, είχε ως αποτέλεσμα το πρόβλημα της θέρμανσης στις κατοικίες να μην αποτελεί προτεραιότητα τόσο στις δημόσιες πολιτικές όσο και από στις επενδυτικές επιλογές των νοικοκυριών. Το αποτέλεσμα είναι ανεπαρκώς μονωμένα σπίτια, με ένα μη αμελητέο ποσοστό κατοικιών να στερείται, ακόμη και σήμερα, συστημάτων θέρμανσης.

Επιπλέον, οι χώρες αυτές παρουσιάζουν υψηλούς δείκτες εισοδηματικής ανισότητας και υψηλές τιμές ενέργειας, οι οποίες συνδέονται με σχεδόν πλήρη εξάρτηση από παραδοσιακές μορφές ενέργειας (σχεδόν ανύπαρκτοι εγχώριοι πόροι ορυκτών καυσίμων). Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά μέσο όρο, η ομάδα αυτή των χωρών επλήγη περισσότερο από όλες από την κρίση χρέους – με την Ελλάδα να επηρεάζεται περισσότερο από όλες. Προφανώς, η οικονομική κρίση είχε και κοινωνικές επιπτώσεις που εξακολουθούν να αντανακλώνται στους δείκτες φτώχειας. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat (2024), περίπου το 19% των νοικοκυριών στην Ελλάδα και το 14.6% στην Κύπρο δηλώνουν ότι δεν μπορούν να διατηρήσουν επαρκή θερμική άνεση στο σπίτι τους, έναντι περίπου 9% στον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Αντίστοιχα, στην Γαλλία και την Ισπανία τα ποσοστά κυμαίνονται μεταξύ 11.8% και 17.6%, με σαφείς διαφορές ανά περιφέρεια. Ενώ η Ιταλία και Μάλτα εμφανίζουν τα χαμηλότερα ποσοστά με 8.6% και 7.8% αντίστοιχα. Οι έντονες αυτές διαφοροποιήσεις ανά κράτος μέλος μπορούν να αποδοθούν στη γενική ανάκαμψη του μέσου εισοδήματος των νοικοκυριών, καθώς και σε εθνικές πολιτικές ειδικά σχεδιασμένες για την αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και, έμμεσα, τη μείωση της ενεργειακής φτώχειας. Πολλές από τις παρεμβάσεις αυτές υλοποιήθηκαν χάρη στην ώθηση των ευρωπαϊκών κατευθυντήριων γραμμών.  

 

Bar chart showing the percentage of people unable to keep their home adequately warm in 2024, by EU NUTS region, with higher rates in Southern and Eastern Europe and lower rates in Northern and Western Europe.

Εικόνα 1. Αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο της αδυναμίας διατήρησης της θερμικής άνεσης κατά τους χειμερινούς μήνες (EU SILC, 2025).

 

Ένα άλλο φαινόμενο που εντάθηκε κυρίως στην περιοχή της Μεσογείου, ιδίως τα τελευταία χρόνια είναι το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχειας κατά τους θερινούς μήνες, δηλαδή η αδυναμία διατήρησης σε επιθυμητά επίπεδα της εσωτερικής θερμοκρασίας κατά τους θερινούς μήνες. Οι παρατεταμένοι καύσωνες, που έχουν ενταθεί λόγω της κλιματικής αλλαγής, επιβαρύνουν τους ευάλωτους πληθυσμούς, ιδίως τους ηλικιωμένους, τα παιδιά και τα άτομα με προβλήματα υγείας. Την ίδια στιγμή, η εξάρτηση από ενεργοβόρα συστήματα κλιματισμού αυξάνει το ενεργειακό κόστος και ενισχύει τον φαύλο κύκλο της ενεργειακής ανασφάλειας.  

Επομένως, η πολιτική πρόκληση στη Μεσόγειο είναι διπλή: αφενός, η ανάγκη ενίσχυσης της ενεργειακής αποδοτικότητας του κτιριακού τομέα, και αφετέρου, η ανάγκη ενσωμάτωσης κοινωνικών κριτηρίων στα μέτρα πολιτικής, ώστε να διασφαλιστεί ότι η πράσινη μετάβαση δεν θα επιβαρύνει περαιτέρω τα ευάλωτα νοικοκυριά. Οι χώρες της περιοχής προχωρούν σταδιακά σε ολοκληρωμένες προσεγγίσεις, που συνδυάζουν τεχνικά μέτρα ανακαίνισης, κοινωνικές παρεμβάσεις και τοπικές ενεργειακές πρωτοβουλίες.

Παρά την πρόοδο που παρατηρείται στην ενεργειακή απόδοση του κτηριακού αποθέματος των κρατών της Μεσογειακής Ευρώπης, κάποια σημαντικά εμπόδια, εξακολουθούν να παραμένουν: περιορισμένη διαθεσιμότητα δεδομένων για την ενεργειακή φτώχεια, χαμηλά ποσοστά συμμετοχής ευάλωτων ομάδων σε προγράμματα εξοικονόμησης, και αδυναμία συντονισμού μεταξύ κοινωνικών υπηρεσιών και ενεργειακών φορέων. Ωστόσο, νέες πρωτοβουλίες, όπως οι ενεργειακές κοινότητες και τα one-stop shops, μπορούν να αποτελέσουν τον δρόμο προς μια πιο κοινωνικά προσανατολισμένη προσέγγιση αντιμετώπισης της ενεργειακής φτώχειας στη Μεσόγειο.

 

Εθνικές Πολιτικές και Καινοτόμες Πρακτικές

Οι μεσογειακές χώρες έχουν αναπτύξει τα τελευταία χρόνια μια πληθώρα πολιτικών και προγραμμάτων για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας, με διαφορετικούς βαθμούς επιτυχίας. Αν και οι στρατηγικές τους έχουν κοινό ευρωπαϊκό υπόβαθρο, οι εθνικές ιδιαιτερότητες διαμορφώνουν διαφορετικά μοντέλα παρέμβασης.

Η Κύπρος, ως μικρό νησιωτικό κράτος με περιορισμένο ενεργειακό μείγμα και υψηλή εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, αντιμετωπίζει οξυμένα προβλήματα ενεργειακής φτώχειας. Το Υπουργείο Ενέργειας έχει εντάξει την ενεργειακή φτώχεια ως ξεχωριστό άξονα στα Εθνικά Σχέδια Ανακαίνισης Κτιρίων, ενώ έχουν υλοποιηθεί στοχευμένα προγράμματα όπως το «Εξοικονομώ - Αναβαθμίζω», το οποίο προσφέρει επιχορηγήσεις ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών, λαμβάνοντας υπόψη και κοινωνικά-οικονομικά κριτήρια. Εντούτοις οι αργοί ρυθμοί στην προώθηση ενεργειακών κοινοτήτων, στερούν  σημαντικές ευκαιρίες σε ευάλωτα νοικοκυριά για δράσεις εξοικονόμησης ενέργειας και προώθησης ΑΠΕ όπως η κοινή ιδιοκτησία φωτοβολταϊκών σταθμών.

Η Ελλάδα έχει θεσπίσει σειρά μέτρων με στόχο την κοινωνική διάσταση της ενεργειακής πολιτικής. Το πρόγραμμα «Εξοικονομώ» αποτελεί τον βασικό μηχανισμό ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών, περιλαμβάνοντας ειδικές κατηγορίες για ευάλωτα νοικοκυριά με υψηλά ποσοστά επιδότησης. Επιπλέον, έχουν δημιουργηθεί one-stop shops σε δήμους και περιφέρειες, που παρέχουν τεχνική υποστήριξη και ενημέρωση στους πολίτες. Η χώρα έχει επίσης αναπτύξει εθνικούς δείκτες ενεργειακής φτώχειας και υλοποιεί προγράμματα για την ψηφιακή παρακολούθηση της κατανάλωσης και την ευαισθητοποίηση μέσω εκπαιδευτικών δράσεων.

Η Ιταλία υιοθέτησε το 2023 το πρόγραμμα Superbonus 110%, με το οποίο καλύπτει το σύνολο του κόστους ενεργειακής αναβάθμισης για ιδιώτες. Παρότι το πρόγραμμα αντιμετώπισε προκλήσεις διαχείρισης και κινδύνους υπερκοστολόγησης, ενίσχυσε την ενεργειακή αποδοτικότητα εκατοντάδων χιλιάδων κατοικιών. Παράλληλα, σε πολλές περιφέρειες λειτουργούν ενεργειακοί συνεταιρισμοί και τοπικά δίκτυα που προωθούν τη συλλογική παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας, συνδέοντας την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας με την κοινωνική οικονομία.

Η Ισπανία έχει αναπτύξει μια πολυεπίπεδη στρατηγική για την ενεργειακή φτώχεια, που συνδυάζει εθνικές και περιφερειακές πολιτικές. Η Εθνική Στρατηγική για την Ενεργειακή Φτώχεια (2019–2024) προέβλεπε δράσεις για την ενίσχυση των κοινωνικών τιμολογίων, την προστασία από αποκοπές ρεύματος και την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών χαμηλού εισοδήματος. Επιπλέον, μέσω περιφερειακών πρωτοβουλιών, εφαρμόζονται προγράμματα ενεργειακής συμβουλευτικής και ενεργειακής εκπαίδευσης, που ενδυναμώνουν τους πολίτες να διαχειριστούν καλύτερα την κατανάλωσή τους.

Παρά τις διαφοροποιήσεις, κοινό χαρακτηριστικό όλων των χωρών είναι η αύξηση της διοικητικής ικανότητας και η δημιουργία συνεργειών μεταξύ κοινωνικών και ενεργειακών φορέων. Η σταδιακή θεσμοθέτηση παρατηρητηρίων ενεργειακής φτώχειας, η χρήση δεικτών και δεδομένων, και η ανάπτυξη εργαλείων υποστήριξης πολιτικής, επιτρέπουν πλέον μια πιο τεκμηριωμένη και στοχευμένη εφαρμογή πολιτικών. Η Μεσόγειος αναδεικνύεται έτσι σε εργαστήριο κοινωνικής καινοτομίας, όπου η ενεργειακή φτώχεια αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως πρόβλημα, αλλά και ως ευκαιρία για μια δίκαιη πράσινη ανάπτυξη.

 

Πολιτικά Κενά και Μελλοντικές Προοπτικές

Παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, οι πολιτικές για την ενεργειακή φτώχεια στις χώρες της Μεσογείου εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν κρίσιμες προκλήσεις. Τα πολιτικά και θεσμικά κενά εντοπίζονται κυρίως σε τέσσερις άξονες: 

  • έλλειψη ολοκληρωμένων δεδομένων,
  • Κανονιστική αβεβαιότητα και θεσμική ευθραυστότητα
  • Υψηλό αρχικό επενδυτικό κόστος για υποδομές τόσο ΑΠΕ όσο και ενεργειακής αναβάθμισης
  • περιορισμένη συνέργεια μεταξύ δημόσιων υπηρεσιών,
  • ανεπαρκής συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών
  • καθυστέρηση στην υιοθέτηση καινοτόμων χρηματοδοτικών εργαλείων.

Η απουσία ενός εκτεταμένου ενιαίου συστήματος δεικτών σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο για την ενεργειακή φτώχεια, και κυρίως κατά τους θερινούς μήνες, δυσχεραίνει τη σύγκριση και τον συντονισμό των δράσεων. Οι διαφορετικές μεθοδολογίες καταγραφής οδηγούν σε ασυμβατότητα στοιχείων, καθιστώντας δύσκολη την αξιολόγηση των πολιτικών επιπτώσεων. Απαιτείται, επομένως, μια κοινή μεθοδολογία, η οποία να ενσωματώνει παραμέτρους που αντικατοπτρίζουν τις κλιματικές ιδιαιτερότητες της περιοχής. Ίσως η προσέγγιση μέσω του νέου πλαισίου υπό τις προτάσεις μέσω για το ΣΕΔΕ2 θα μπορέσει να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση. 

Οι διοικητικές και θεσμικές αδυναμίες παραμένουν εμπόδιο στην εφαρμογή των μέτρων. Πολλά προγράμματα χαρακτηρίζονται από γραφειοκρατία, αργές διαδικασίες και έλλειψη τεχνικής υποστήριξης, γεγονός που αποθαρρύνει τη συμμετοχή των ευάλωτων ομάδων. Η απλούστευση των διαδικασιών, η ενίσχυση των τοπικών δομών και η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότητα των πολιτικών. Επιπλέον, η έλλειψη υποδομών παρακολούθησης της αρχής της Προτεραιότητα στην Ενεργειακή Απόδοση (ΑΠΕΑ), δυσχεραίνει ακόμα την κατάσταση καθώς δεν υπάρχει ούτε σύστημα καταγραφής των δεικτών αλλά και ούτε υποδομές που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ενημέρωση του κοινού για λύσεις και προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης.  

Επίσης, η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών παραμένει περιορισμένη. Παρότι έχουν γίνει βήματα για τη θεσμοθέτηση ενεργειακών κοινοτήτων, η κοινωνική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων είναι συχνά τυπική και όχι ουσιαστική. Απαιτούνται μηχανισμοί διαβούλευσης και συμμετοχικού σχεδιασμού, που θα δώσουν στους πολίτες ρόλο συνδιαμορφωτή της ενεργειακής μετάβασης.

Τέλος, η χρηματοδότηση παραμένει κρίσιμο ζήτημα. Οι τρέχουσες επενδύσεις, αν και αυξανόμενες, δεν επαρκούν για να καλύψουν το εύρος των αναγκών. Καινοτόμα εργαλεία, όπως τα μικροδάνεια για ενεργειακή ανακαίνιση, τα πράσινα ομόλογα, αλλά και η αξιοποίηση των ιδιωτικών κεφαλαίων μέσω συμπράξεων δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ), και το Κοινωνικ’ο Κλιματικό Ταμείο, θα μπορούσαν να είναι καταλύτες για την οικονομική διευκόλυνση ριζικών ενεργειακών λύσεων για τις ενεργειακά φτωχές ομάδες.

 

Diagram showing interconnected challenges around energy poverty in the Mediterranean region, including limited citizen participation, policy gaps, lack of a unified data system, governance weaknesses, and the need for effective financial tools and solutions.

Εικόνα 2. Αποτύπωση των πολιτικών κενών και των μελλοντικών προκλήσεων για την  αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας και της ενεργειακής ευαλωτότητας στην περιοχή της Μεσογείου (πηγή: συγγραφική ομάδα).

 

Σε ευρύτερο επίπεδο, η ενεργειακή φτώχεια δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως κοινωνικό πρόβλημα, αλλά ως στρατηγικό πεδίο βιώσιμης ανάπτυξης. Η μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας, η προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και η αποκέντρωση της παραγωγής ενέργειας μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και στη μείωση των ανισοτήτων. Ο συντονισμός των χωρών της Μεσογείου γύρω από έναν κοινό άξονα δράσης, με ανταλλαγή δεδομένων, τεχνογνωσίας και βέλτιστων πρακτικών, αποτελεί την πιο ρεαλιστική και βιώσιμη προοπτική για τα επόμενα χρόνια.

 

Συμπεράσματα

Η ενεργειακή φτώχεια στη Μεσόγειο αποτελεί μια πολυδιάστατη πρόκληση, που συνδέεται άρρηκτα με το κοινωνικό, οικονομικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο κάθε χώρας. Οι πρόσφατες ευρωπαϊκές οδηγίες και συστάσεις προσφέρουν ένα σαφές και ολοκληρωμένο πλαίσιο δράσης, το οποίο εναπόκειται στα κράτη-μέλη να προσαρμόσουν αποτελεσματικά στις εθνικές και τοπικές συνθήκες. Η εμπειρία των μεσογειακών χωρών δείχνει ότι η επιτυχία προϋποθέτει ολοκληρωμένες πολιτικές, που συνδυάζουν την αναβάθμιση των κτιρίων με κοινωνικά μέτρα στήριξης, τη συμμετοχή των πολιτών και την ενεργειακή καινοτομία. Η εδραίωση μηχανισμών παρακολούθησης, η ενίσχυση των τοπικών φορέων και η διασύνδεση των κοινωνικών και ενεργειακών πολιτικών αποτελούν θεμέλια για τη μετάβαση σε μια δίκαιη και ανθεκτική ενεργειακή Ευρώπη. Η Μεσόγειος, με τα ιδιαίτερα κλιματικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της, έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σε πρότυπο περιοχής για μια κοινωνικά δίκαιη ενεργειακή μετάβαση, όπου η καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας δεν θα αποτελεί μόνο πολιτική υποχρέωση, αλλά μοχλό αειφόρου ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής.